Ελλάδα - Δίκαιο (Αρχαιότητα και Βυζάντιο)

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΙΚΑΙΟ Το ελληνικό δίκαιο συνδέεται με την εξέλιξη και την ακμή της πόλης στην αρχαιότητα. Οι πολιτειακές μεταβολές και κυρίως η γένεση, η άνθηση και η πορεία της δημοκρατίας στο χρόνο ορίζουν την έννοια, το εύρος, το περιεχόμενο και τα γνωρίσματα του ελληνικού δικαίου. Η ελληνική πόλη πρέπει να ιδωθεί ως ένας ιδιότυπος κοινωνικός σχηματισμός που περιλαμβάνει ταυτόχρονα το κέλυφος, τον οργανωμένο και δημόσιο χώρο, και το έμψυχο δυναμικό, τις σχέσεις, ιδέες και τις συνήθειες των πολιτών, τα οράματα, την ιστορία και την παράδοση του τόπου. Με την άνθησή της, η ελληνική πόλη εγκαινίασε ένα νέο είδος ανθρώπινης εμπειρίας, εισάγοντας τη μορφή του υπεύθυνου υποκειμένου. Η σύγκρουση της πόλης με την προγενέστερη παράδοση και ηθική σκέψη σημειώθηκε στο επίπεδο των κανόνων και των νόμων που ορίζουν τις δίκαιες και αποδεκτές συμπεριφορές. Ο ελληνικός κόσμος, που στη στροφή του 6ου προς τον 5ο αι. π.Χ. βγήκε νικητής από τους Περσικούς Πολέμους, στη νέα εποχή αναζήτησε τους τρόπους να δεσμεύσει τις φυσικές, θεϊκές και κοσμικές δυνάμεις. Έφερε στο επίκεντρο της συζήτησης τον άνθρωπο και την ανθρώπινη πράξη. Ο προβληματισμός για την έννοια της ευθύνης, τα όρια και τις διαστάσεις της ανθρώπινης πράξης αναπτύχθηκε σε μια ιδιαίτερη ιστορική στιγμή: από τη μια πλευρά, υπήρχε η μυθική και ηρωική παράδοση, η δικαιοσύνη των θεών και των άγραφων νόμων. Από την άλλη, αναδύθηκαν νέες αξίες και νέοι τρόποι σκέψης που αποτύπωσαν με αντιφάσεις τον κόσμο του ενεργούντος υποκειμένου. Ο νέος άνθρωπος, ο πολίτης που ενεργεί, επανεξετάζει όλους τους παραδομένους κανόνες και, ένοχος και αθώος ταυτόχρονα, ενεργεί και παθαίνει, εξετάζει την πράξη του για να του φανερώσει το νόημά της. Ποιο είναι αυτό το νόημα, ποια η σχέση ανάμεσα στον πολίτη και τις πράξεις του, ποιο το κίνητρο και οι συνέπειες, ποιες οι κρυμμένες διαστάσεις, τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος και ποιος καθορίζει τη συμπεριφορά του, ποια είναι τα όρια της ατομικής πρωτοβουλίας; Η εμφάνιση της συνείδησης του πολίτη και ο συλλογικός στοχασμός για την ατομική ευθύνη αναπτύσσονται σε έναν κόσμο διφορούμενο: φυσικό, θεϊκό και κοινωνικό ταυτόχρονα, όπου η Δίκη των θεών και η πιο παλιά, η άλογη, ακατανόητη, αρχέγονη Δίκη των κοσμικών δυνάμεων αντιπαλεύουν μεταξύ τους και εναντίον του ανθρώπινου δικαίου. Στο πλαίσιο του δημόσιου συστήματος της πόλης, το ελληνικό δίκαιο δεν αποτελεί ατομική σύλληψη ή απλώς θεωρητική κατασκευή. Στηρίχτηκε σε προ-νομικές μορφές και διαδικασίες, τις οποίες ενσωμάτωσε, αλλά την ίδια στιγμή επιδίωξε και να τις υπερβεί. Το ελληνικό δίκαιο δεν είναι ένα συνεκτικό σώμα κανόνων, αλλά περισσότερο ενότητες και βαθμίδες δικαίων. Στο ένα του άκρο παραμένει στο έδαφος της θεϊκής Δίκης και στο άλλο άκρο θέλει να δεσμεύσει και να καθυποτάξει αυτές τις θεϊκές δυνάμεις. Στο ένα άκρο του ελληνικού δικαίου, πανάρχαιες και κάποτε σκοτεινές ή άδικες αρχές ορίζουν την ηθική τάξη, αναλλοίωτες στον χρόνο, και στο άλλο άκρο μια νέα αρχή, η πολιτική τάξη της κλασικής πόλης, δημιουργεί τη δική της δίκη και τα δικαστήρια, δηλαδή τα θεσμικά σώματα που θα την εφαρμόσουν. Το δίκαιο της πόλης, στη δημόσια έκφρασή του, ήταν ένα ανδρικό δίκαιο, αφού η έννοια του πολίτη –στα χρόνια της δημοκρατίας, έννοια σχεδόν υπαρξιακή– αφορούσε αποκλειστικά άρρενες άνω των 18 ετών, μικρό τμήμα μιας κοινωνίας που αποτελούνταν επίσης από γυναίκες, παιδιά, μετοίκους και δούλους. Η συστηματοποίηση αρχών και κανόνων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο οδήγησε σε πολλά δίκαια διάφορων πόλεων-κρατών και δεν είναι δυνατή ή εύκολη η αποκατάσταση ενός ελληνικού δικαίου με την παράταξη των επιμέρους διατάξεων. Περισσότερο γνωστά είναι τα στοιχεία για το αττικό δίκαιο, με έμφαση στις ρυθμίσεις που οροθετούσαν και προσανατόλιζαν τη δημόσια και, μέσω αυτής, την ιδιωτική ζωή της κλασικής Αθήνας. Φαίνεται πως η γραπτή ιστορία του ελληνικού δικαίου ανάγεται στις πινακίδες της Γραμμικής Β’, δηλαδή στο πλαίσιο του μυκηναϊκού κόσμου, γύρω στο 1500 π.Χ. Η πιο συνηθισμένη περιοδολόγηση στη βιβλιογραφία χωρίζει το ελληνικό δίκαιο στις εξής περιόδους: από τη 2η χιλιετία π.Χ. έως το αρχαϊκό δίκαιο (7ος αι. π.Χ.), περίοδος του προ-κλασικού δικαίου (από τον 7ο έως τον 6ο αι. π.Χ.) και, τέλος, περίοδος του κλασικού δικαίου (5ος και 4ος αι. π.Χ.). Οι αρχικές ιδέες των ελληνικών κοινωνιών για το δίκαιο φαίνεται να αποδίδουν θεϊκή προέλευση στους πρώτους κανόνες και νόμους: ο Απόλλωνας, για παράδειγμα, θεωρείται ο εμπνευστής του μυθικού νομοθέτη Λυκούργου. Σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος είναι ακόμα δέσμιος των φυσικών δυνάμεων, οι νόμοι αποτελούν αμετακίνητες και απαράλλαχτες στο χρόνο επιταγές, η αμφισβήτηση των οποίων είναι πράξη ανόσια, που επιφέρει μόνο συμφορές. Στον κόσμο του Ησιόδου ή στον αρχαϊκό κόσμο, όπου ο άνθρωπος είναι αμήχανος, αδύνατος και τλήμων, τα περιθώρια ολοκληρωμένης και επαρκούς ερμηνείας –άρα και αλλαγής– του κόσμου ήταν περιορισμένα. Μια κλειστή ομάδα ανθρώπων, που συνήθως συνδεόταν και με την άσκηση της εξουσίας, ενίοτε οργανωμένη υπό μορφή ιερατείου, είχε το προνόμιο της γνώσης και της ερμηνείας των θεϊκών κανόνων. Ταυτόχρονα, μια σειρά θεϊκές δυνάμεις, δηλαδή προσωποποιήσεις αρχών και αξιών, όριζαν τον κόσμο του δικαίου: κόρη των αρχέγονων δυνάμεων του Ουρανού και της Γης, η Θέμις συμβολίζει τη φυσική και ηθική τάξη. Η ίδια η λέξη «θέμις» ως κοινό ουσιαστικό είναι πολύ παλιά – ήδη από το μυκηναϊκό κόσμο, από την ίδια ρίζα με το ρήμα «τίθημι» (θέτω, δηλ. θεσπίζω, ορίζω) και δηλώνει το επιτρεπτό και αυτό που συνηθίζεται. Οι θέμιστες είναι όρος που στα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δηλώνει τόσο τις αποφάσεις των θεών, όσο και των βασιλιάδων και, επομένως των δικαστών, αφού αρχικά μόνο οι «θεογενείς» είχαν το προνόμιο της απόφανσης. Παιδί της Θέμιδας, η Δίκη είναι η θεϊκή προσωποποίηση που οδηγεί στην ορθή κατεύθυνση τις ανθρώπινες συμπεριφορές, ηγεμονεύει στις αποφάσεις και τις ιδέες των ανθρώπων και αποτελεί αποκρυστάλλωση και σύμβολο της σωστής συμπεριφοράς, της τάξης. Τέλος, εγγυήτρια της δίκαιης κατανομής, η Νέμεσις, παιδί της Νύχτας και του Ουρανού, με το όνομά της να προέρχεται από τη ρίζα του ρήματος «νέμομαι», δηλαδή μοιράζω, προσωποποιεί ταυτόχρονα τη δίκαιη απόδοση, αλλά και την αντίδραση στην άδικη συμπεριφορά και την υπέρβαση των ηθικών κανόνων. Το παλιό δίκαιο, που αντλούσε το κύρος του από τη μακραίωνη συνήθεια, το έθος, δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Από το εθιμικό δίκαιο, χρειάστηκαν πολλοί αγώνες και πολλά χρόνια για τη μετάβαση στο θετό δίκαιο και στο γραπτό νόμο, που απαγόρευε την ερμηνεία κατά προαίρεση και αποτελούσε δέσμευση της εξουσίας. Το δίκαιο της κλασικής πόλης αποτελεί το προϊόν αυτής της μακράς πορείας – την ίδια στιγμή αποτελεί ένα δυναμικό επίπεδο ισορροπίας αφενός ανάμεσα στην ηρωική παράδοση και στο δίκαιο των γενών, και αφετέρου το παρόν της δημοκρατικής πόλης, τη νέα πολιτική τάξη, το δίκαιο, δηλαδή, της εκκλησίας του δήμου. Αυτό γίνεται φανερό και στην τελευταία σκηνή της τριλογίας Ορέστεια του Αισχύλου: η ίδρυση του ανθρώπινου δικαστηρίου των πολιτών συμβαδίζει με την ένταξη των Ερινύων στην τάξη της πόλης. Η ισόψηφος δίκη δεν καταδικάζει το μητροκτόνο Ορέστη, αλλά και δεν τον δικαιώνει. Η ισορροπία ανάμεσα στην ενοχή και την αθωότητα επαναπροσδιορίζεται – υπάρχει απαλλαγή του ενόχου αλλά όχι ηθική απελευθέρωση. Η αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο τον οποίο εκπροσωπούν οι Ερινύες –τιμή και αίμα, τρόμος για το ανόσιο– και στον κόσμο των πολιτών δεν έχει επιλυθεί πλήρως: η Πειθώ και η Φιλία φαίνεται πως δεν αρκούν για την ορθή συμπεριφορά• χρειάζεται επιπλέον ο Φόβος και το Σέβας. Όταν η θεά Αθηνά ιδρύει τον Άρειο Πάγο, θεμελιώνει το δίκαιο στην υπηρεσία της πόλης. Την ίδια στιγμή, οι Ερινύες, οι φρικτές τιμωροί δυνάμεις, επίσης εντάσσονται και αποκτούν τη θέση τους στην πόλη: «σαν δεν φοβάται τίποτα, ποιος θα ’ναι δίκαιος;» αναρωτιέται η θεά• «ούτε αναρχία, ούτε δεσποτισμό» απαιτούν οι Ερινύες. Η θεά, ιδρύοντας το δικαστήριο, επιτάσσει στην πόλη να αναζητά το ορθό και το δίκαιο ανάμεσα στα δύο άκρα. Οι Ερινύες, ενταγμένες στην πόλη, μετασχηματίζονται σε Ευμενίδες και η δύναμη που απορρέει από αυτές εκπροσωπείται πλέον στο επίπεδο των ανθρώπινων θεσμών από τον Άρειο Πάγο. Οι κάθε λογής νόμοι ονομάζονταν αρχικά από το όνομα του άρχοντα ή το όργανο της πόλης που τους θεσμοθετούσε. Αργότερα έπαιρναν το όνομά τους από το περιεχόμενό τους, δηλαδή σύμφωνα με το αντικείμενο που ρύθμιζαν. Ο 7ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως η εποχή των μεγάλων νομοθετών, με γνωστότερες τις νομοθεσίες του Λυκούργου στη Σπάρτη, του Δράκοντα και του Σόλωνα στην Αθήνα, και του Ζάλευκου, νομοθέτη των Επιζεφύριων Λοκρών. Δεν είναι βέβαιο αν ο Λυκούργος έζησε πραγματικά ή ήταν μυθικό πρόσωπο. Το όνομά του προέρχεται από τη ρίζα της αρχαίας λέξης που σημαίνει φως και ίσως δηλώνει την πίστη ότι οι κανόνες του ήταν πυθόχρηστοι, προέρχονταν, δηλαδή, από τον Απόλλωνα, τη θεϊκή δύναμη του φωτός. Οι θεμελιώδεις διατάξεις του Λυκούργου ονομάζονταν ρήτρες –δηλαδή συμφωνίες– και είχαν αποφθεγματικό χαρακτήρα. Ο Ζάλευκος, που το όνομά του σημαίνει «γεμάτος φως», φέρεται ως ο εκφραστής μιας σειράς διατάξεων που αποτελούν κωδικοποιήσεις για όλα τα θέματα, δημόσια και ιδιωτικά. Αξιοσημείωτες είναι τόσο η διάταξη που επιτρέπει την ερμηνεία των νόμων, τομή για τον αρχαίο κόσμο, όσο και η διάταξη που αφαιρούσε από τους δικαστές το δικαίωμα ορισμού της ποινής, η οποία προβλεπόταν πλέον με ακρίβεια από τους νόμους. Στην Αθήνα, όταν ο δήμος είχε αποκτήσει τη συνείδηση του εαυτού του και δεν μπορούσε πλέον να ανεχτεί τους ευγενείς στον αποκλειστικό ρόλο του ερμηνευτή και εκφραστή του εθιμικού και άγραφου δικαίου, ο Δράκων κλήθηκε να συντάξει γραπτή νομοθεσία. Οι νόμοι του θεωρούνται αυστηροί – εξ ου και η έκφραση δρακόντειοι νόμοι, που λέγεται έως σήμερα. Νομοθέτησε σε εποχή μετάβασης από το ιδιωτικό στο δημόσιο, σε εποχή κατά την οποία ανέτειλε η έννοια της συλλογικότητας. Ο δεσμός αίματος, το γένος, έμελλε σιγά σιγά να αντικατασταθεί από τον πολιτικό δεσμό των πολιτών και του δήμου. Η αντιμετώπιση εγκλημάτων ή η ρύθμιση πράξεων, από αρμοδιότητα του γένους και των φρατριών, χάρη στη νομοθεσία του Δράκοντα πέρασαν στη δικαιοδοσία της πόλης. Οι αυστηροί φονικοί νόμοι της δρακόντειας νομοθεσίας διατήρησαν την ισχύ τους για αξιοσημείωτο διάστημα και το 409 καταγράφηκαν ξανά. Το 594 π.Χ. εξελέγη από τον αθηναϊκό δήμο ο Σόλων, με ενισχυμένες αρμοδιότητες και νομοθετική εξουσία, για να προσφέρει λύσεις και διεξόδους σε μια ολοένα εντεινόμενη ταξική αντιπαράθεση. Ο Σόλων απέφυγε τις καινοτομίες και προσπάθησε να εγγυηθεί με τις νομοθετικές διατάξεις του την κοινωνική ισορροπία –και άρα την πολιτική γαλήνη– για τα επόμενα χρόνια. Αξιοσημείωτη διάταξη είναι ο θεσμός της έφεσης, που θεσμοθετείται για πρώτη φορά, δηλαδή το δικαίωμα του πολίτη να αμφισβητήσει τις αποφάσεις των αρχόντων. Τα λαϊκά δικαστήρια, δηλαδή εκείνα που αποτελούνταν από πολίτες, απέκτησαν μεγαλύτερη εξουσία, καθώς και το δικαίωμα να λύνουν τελεσίδικα τα ζητήματα μεταξύ πολιτών και εκτελεστικής εξουσίας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάταξη που έγινε γνωστή ως σεισάχθεια, δηλαδή σείω το άχθος: μετακινώ, μεταφέρω το βάρος. Πρόκειται για διατάξεις που απαγόρευσαν διά παντός την υποδούλωση ανθρώπων για χρέη, δηλαδή απέκλειαν την πιθανότητα να εκπέσει ελεύθερος πολίτης σε δούλο, υποθηκεύοντας –όταν δεν είχε άλλη διέξοδο– τον ίδιο τον εαυτό του. Η σεισάχθεια απελευθέρωσε τους γεωργούς και τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις από την ασφυκτική πίεση των ευγενών και τους έδωσε πολιτική φωνή. Η νομοθεσία του Σόλωνα διατηρήθηκε στην Αθήνα για πολλά χρόνια. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. νομοθέτης στην Αθήνα ήταν ο Κλεισθένης, ο οποίος και θεωρείται από τους θεμελιωτές της δημοκρατίας. Όπως έχει αναφερθεί, στην ελληνική πόλη ήταν αναπόφευκτο η έδρα της δικαιοσύνης να οδηγηθεί από το ναό στην εκκλησία του δήμου: ο δεσμός του γένους διαλύθηκε θεσμικά, η οικογένεια και η γειτονία αποδυναμώθηκαν ως θεσμοί δημόσιας έκφρασης, παρουσίας και εκπροσώπησης. Η Αθήνα χωρίστηκε σε περιφέρειες –μεσογαία, παράλια, άστυ– και οι Αθηναίοι χωρίστηκαν σε 10 φυλές: καθεμία ονομάστηκε από έναν ήρωα-πρόγονο και συμπεριέλαβε τμήματα του πληθυσμού και από τις τρεις περιφέρειες. Έτσι, οι πολίτες συνέχονται πλέον με πολιτικό δεσμό, είναι πολίτες-μέλη ενός συλλογικού οργάνου και όχι άτομα-κάτοικοι μιας περιοχής, αφού η φυλή είναι ο θεσμός αναφοράς τους, ο τρόπος πρόσβασης και συμμετοχής στη διοίκηση και την εκτελεστική εξουσία, το αρχικό πεδίο ανάπτυξης του δημόσιου διαλόγου, το αρχικό έδαφος για την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Μια σειρά από όργανα, καίρια για τη λειτουργία της δημοκρατίας, θεσπίζονται από τις νομοθετικές ρυθμίσεις του Κλεισθένη. Αξιοσημείωτη για τον τρόπο σκέψης της εποχής είναι η σταθερή κανονιστική πρόβλεψη, ώστε τα ολιγομελή σώματα της εκτελεστικής εξουσίας (Βουλή, πρυτανεύουσα φυλή, επιστάτης των πρυτάνεων κ.ά.) να έχουν περιορισμένη εξουσία σε σχέση με εκείνη της εκκλησίας του δήμου, η οποία ήταν απόλυτη, ή σε σχέση με την εξουσία πολυπληθέστερων σωμάτων. Όταν αυτό δεν ήταν εφικτό, οι αρμοδιότητες περιορίζονταν σε χρονική διάρκεια, με αποκορύφωμα την εξουσία του επιστάτη των πρυτάνεων –που κατείχε και τα κλειδιά για το θησαυροφυλάκιο της πόλης– η οποία, επειδή αντιπροσώπευε μεγάλη ισχύ, διαρκούσε μόνο μία ημέρα. Χάρη στον Κλεισθένη, κατοχυρώθηκε με θεσμική ακρίβεια και σαφήνεια η πλήρης εξουσία της εκκλησίας του δήμου, δηλαδή της συνέλευσης των πολιτών, του πολιτικού σώματος στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι Αθηναίοι, ανεξάρτητα από την τάξη και το μορφωτικό επίπεδό τους, και αποφάσιζαν με ψηφοφορία για όλα τα θέματα της πόλης. Για τη διασφάλιση μιας ουσιαστικής δημοκρατικής λειτουργίας της εκκλησίας του δήμου, των δικαστηρίων, αλλά και κάθε σώματος, θεσπίζονται ιδιαίτεροι κανόνες και οροθετείται η έννοια της ισηγορίας, το ίσο δικαίωμα όλων στο λόγο, στη δημόσια αγόρευση. Παράλληλα, θεσπίζονται διατάξεις για την ισονομία, την ισότιμη αντιμετώπιση όλων των πολιτών από τους νόμους, αφαιρούνται οι σημαντικές εξουσίες από δικαστήρια που θεωρούνται συντηρητικά, όπως ο Άρειος Πάγος, και αναδεικνύεται το μεγάλο λαϊκό δικαστήριο των 6.000 πολιτών, η Ηλιαία, με πρόβλεψη πάντα για την τυχαία επιλογή των δικαστών με κλήρωση. Η νομοθεσία του Κλεισθένη –φραγμός και ταυτόχρονα ενσάρκωση της αθηναϊκής αγωνίας για τυχόν κατάχρηση εξουσίας και μετατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος σε τυραννίδα– τροποποίησε συνολικά τη δημόσια ζωή και αποτέλεσε το κανονιστικό έδαφος ώστε το παρελθόν, το παρόν και η προοπτική της Αθήνας να ιδωθούν με τα μάτια του πολίτη. Οι επιμέρους κατηγορίες δικαίου που αναπτύχθηκαν σχετίζονται πάντοτε με την παραπάνω οπτική. Στην Αθήνα υπήρχε αναπτυγμένο οικογενειακό δίκαιο, διότι τα όσα ρύθμιζε σχετίζονταν με τα ζητήματα της αυτοχθονίας και των πολιτικών δικαιωμάτων. Μια σειρά περίπλοκες διατάξεις ρύθμιζαν τα θέματα του γάμου, του διαζυγίου και των παιδιών. Υπήρχαν οι θεσμοί της κηδεμονίας και της επιτροπείας των τέκνων, ενώ τα κληρονομικά ζητήματα, τα κωλύματα ή οι επιμέρους ρυθμίσεις για πλευρές συμφωνητικών όπως οι γάμοι, περιγράφονταν με εξονυχιστικές λεπτομέρειες. Οι γάμοι ξένων με Αθηναίους και Αθηναίες απαγορεύονταν. Η αυτοχθονία των Αθηναίων οδηγούσε στην παροχή πολιτικών δικαιωμάτων μόνο σε παιδιά από δύο γονείς Αθηναίους, ενώ η εγγύη, δηλαδή η οικονομική συμφωνία των δύο πλευρών, στοιχείο του γάμου που εξασφάλιζε ότι ο σύζυγος παντρευόταν Ατθίδα, περιγραφόταν από το νόμο με κάθε λεπτομέρεια. Το αθηναϊκό δίκαιο στηριζόταν στη μονογαμία, αλλά σε περίπτωση διαζυγίου η γυναίκα είχε δικαίωμα να διεκδικήσει την προίκα της, αναλαμβάνοντας δίκην προικός. Η γυναίκα είχε επίσης δικαίωμα να εγκαταλείψει το σύζυγό της, υποβάλλοντας αίτηση στον επώνυμο άρχοντα. Ο πατέρας ήταν περισσότερο επίτροπος, παρά κύριος των παιδιών, ενώ παρουσίαζε ανάπτυξη και ο θεσμός της υιοθεσίας, ο οποίος εξυπηρετούσε, εκτός των άλλων, και ζητήματα κληρονομικής διαδοχής. Το κληρονομικό δίκαιο ήταν εξαιρετικά αναπτυγμένο, δεδομένου ότι, όπως το οικογενειακό, συνδέεται με την αυτοχθονία, το δικαίωμα στη έγγεια ιδιοκτησία και τα πολιτικά δικαιώματα. Είναι αξιοσημείωτη η νομοθετική πρόβλεψη για το θεσμό της επικλήρου, δηλαδή της κόρης χωρίς άρρενα αδέλφια. Αυτή, μοναδική κληρονόμος της πατρικής εξουσίας μετά το θάνατο του πατέρα της, ήταν υποχρεωμένη να παντρευτεί έναν από τους στενότερους συγγενείς του και το αρσενικό παιδί που θα γεννιόταν από αυτό το γάμο είχε δικαίωμα σε ολόκληρη την πατρική κληρονομιά. Τα παιδιά στο αθηναϊκό δίκαιο ήταν αναγκαστικοί κληρονόμοι, με την έννοια ότι υποχρεώνονταν να αποδεχτούν ό,τι τους άφηνε ο πατέρας τους. Στην Αθήνα, το ποινικό δίκαιο ήταν τελείως διαφορετικό από το αντίστοιχο σύγχρονο. Η δίκη για ιδιωτικά συμφέροντα ονομαζόταν ίδια γραφή και για τα δημόσια, δημόσια γραφή. Η παρουσίαση και οι αγορεύσεις των διαδίκων προηγούνταν από την κατάθεση των μαρτύρων τους οποίους καλούσαν οι διάδικοι, που αγόρευαν αυτοπροσώπως. Κατά κανόνα, αυτές τις αγορεύσεις τις ετοίμαζαν προηγουμένως οι λογογράφοι, οι οποίοι έγραφαν μεν τους λόγους, αλλά δεν είχαν δικαίωμα αγόρευσης στο δικαστήριο. Κανείς δεν μπορούσε να κατηγορηθεί για αδίκημα που δεν το προέβλεπαν οι νόμοι. Οι ποινές και οι χρηματικές αποζημιώσεις προτείνονταν από τους ίδιους τους διαδίκους και το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να επιβάλει μία από τις δύο προτεινόμενες ποινές. Η ποινή της φυλάκισης δεν εφαρμοζόταν καθόλου ή σπάνια. Στην Αθήνα, δεν επιτρεπόταν η κατοχή γης από μη Αθηναίους. Όσο για το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας, δηλαδή της ατομικής ιδιοκτησίας, δεν φαίνεται να υπάρχει όρος στο ελληνικό δίκαιο που να το περιγράφει, τουλάχιστον κατά τον τρόπο με τον οποίο το γνωρίζουμε από το ρωμαϊκό δίκαιο έως σήμερα. Ωστόσο, φαίνεται ότι αναγνωρίζονταν μορφές κοινοκτημοσύνης, δηλαδή συλλογικής ιδιοκτησίας. Είχε αναπτυχθεί ο θεσμός της υποθήκης και της ασφάλειας, που περιλάμβανε την έννοια του ενεχύρου και του αποτιμήματος. Παρά την ανάπτυξη του εμπορίου, το ενοχικό δίκαιο δεν ήταν αναπτυγμένο, ενώ η ελευθερία του συμβάλλεσθαι ήταν απόλυτη. Παραδόθηκε επίσης ο θεσμός του δανείου. Το αθηναϊκό δίκαιο περιλάμβανε την υποχρέωση του προλέγειν για τον πωλητή, δηλαδή την υποχρέωση να ανακοινώνονται στον αγοραστή τα πραγματικά και νομικά μειονεκτήματα του προϊόντος. Τέλος, αξιοσημείωτος είναι ο θεσμός της αντίδοσης, δηλαδή, της δυνατότητας ανταλλαγής περιουσιών μεταξύ δύο πολιτών: για παράδειγμα, όταν επρόκειτο να αναλάβει κάποιος το λειτούργημα της χορηγίας και θεωρούσε ότι αδικούνταν γιατί υπήρχαν πολίτες πιο εύποροι, οι οποίοι έμεναν αμέτοχοι ή αρνούνταν την οικονομική τους επιφάνεια, είχε το δικαίωμα να ζητήσει στο δικαστήριο αντίδοση, δηλαδή ανταλλαγή περιουσιών, και τότε ο διάδικος υποχρεωνόταν να υπακούσει. Ο θεσμός της αντίδοσης εμπόδιζε να φτάνουν στα δικαστήρια ψευδείς καταγγελίες και λειτουργούσε ως φραγμός στην άρνηση των πλούσιων πολιτών να αναλάβουν δημόσιες υποχρεώσεις. ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΔΙΚΑΙΟ Κατά τους πρώτους αιώνες το Βυζάντιο χρησιμοποίησε αυτούσιο το δίκαιο και την απονομή της δικαιοσύνης που ίσχυε στη Ρωμαϊκή Aυτοκρατορία, συμπληρωνόμενα κατά καιρούς από νέους νόμους, σύμφωνα με τις επιταγές της κάθε εποχής. Τομή στο νομοθετικό έργο του Βυζαντίου αποτέλεσε το έργο του Ιουστινιανού, ο οποίος συνέστησε επιτροπές με σκοπό την κωδικοποίηση των νόμων που ίσχυαν από τους προηγούμενους αιώνες, καθώς και την ταξινόμηση των νέων νόμων. Σκοπός των νομομαθών ήταν να καταστήσουν το νομοθετικό σύστημα προσιτό σε όλους και πρακτικό στον τομέα της απονομής της δικαιοσύνης. Έτσι, το Νοέμβριο του 534 ο Ιουστινιανός δημοσίευσε τον Επαναληπτικό Κώδικα, που απαρτιζόταν από τρία βιβλία, τους Πανδέκτες ή Διγέστα (Digestae), τον Κώδικα (Codex) και τις Εισηγήσεις (Institutiones). Οι νόμοι που δημοσίευσε ο Ιουστινιανός μετά την κωδικοποίηση του δικαίου αποτέλεσαν μια ξεχωριστή ενότητα και έφεραν τον τίτλο Νεαρές μετά τον Κώδικα διατάξεις (Novellae post Codicem costitutiones). Ο Ιουστινιανός είχε απαγορεύσει την προσθήκη ερμηνευτικών σχολίων στον Πανδέκτη και την ανανέωση του Κώδικα και είχε επιτρέψει μόνο τις παραφράσεις και τη μετάφραση «κατά πόδας». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει αμετάβλητο μεν το κύριο σώμα της νομοθεσίας, αλλά να χρησιμοποιείται ολοένα και λιγότερο, καθώς οι νομομαθείς δυσκολεύονταν να χρησιμοποιούν τη λατινική γλώσσα. Σταδιακά η κωδικοποίηση αντικαταστάθηκε από μια σειρά αποδόσεων στα ελληνικά, που, παρά την επιβολή της κατά πόδας μετάφρασης, διέφεραν αρκετά μεταξύ τους, θέτοντας σε κίνδυνο τη σταθερότητα της νομοθεσίας. Οι Νεαρές του Ιουστινιανού δεν συγκεντρώθηκαν ποτέ σε μια συλλογή. Κυκλοφορούσαν πολλές φορές σε ιδιωτικές συλλογές και ενσωματώνονταν σε επιτομές του ρωμαϊκού δικαίου. Η κωδικοποίηση των νόμων από τον Ιουστινιανό θεωρήθηκε τόσο σημαντική, ώστε ίσχυσε με διάφορες συμπληρώσεις στο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Κατά την Αναγέννηση έγινε αποδεκτή από τα περισσότερα κράτη της δυτικής Ευρώπης, φαινόμενο μοναδικό στην ιστορία, που ονομάστηκε «ανάληψη (receptio) του ρωμαϊκού δικαίου». Το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού συμπλήρωσαν οι επόμενοι αυτοκράτορες εκδίδοντας κι άλλες Νεαρές, τις οποίες μάλιστα συγκέντρωναν σε ξεχωριστές συλλογές. Από τις συλλογές αυτές ελάχιστα κείμενα έχουν σωθεί. Η πιο σημαντική συλλογή νέων νόμων ήταν η Εκλογή των Ισαύρων. Λόγω της πληθώρας των Νεαρών οι Ίσαυροι συνέστησαν μια επιτροπή τριών δικηγόρων με επικεφαλής τον κοιαίστορα του ιερού παλατίου για την εκ νέου κωδικοποίηση των νόμων. Η Εκλογή συνόψισε το περιεχόμενο των νόμων σε δεκαοκτώ τόμους. Το περιεχόμενό τους έδινε τις απαραίτητες απαντήσεις στα ερωτήματα και στις ανάγκες της επαρχίας, ενώ άφηνε ανεξέταστα και χωρίς ενημέρωση τα ζητήματα που απασχολούσαν τις κοινωνίες στις μεγάλες πόλεις. Μεγάλη αύξηση της νομοθετικής δραστηριότητας παρατηρήθηκε στα χρόνια της μακεδονικής δυναστείας (867-1043) και κυρίως επί Βασιλείου Α’ (867-86) και Λέοντα Στ’ (886-912). Στη διάρκεια της βασιλείας του πρώτου κυκλοφόρησαν ο Πρόχειρος Νόμος, η Επαναγωγή και τα Βασιλικά. Η Επαναγωγή ήταν ένας κώδικας που καθόριζε τους ρόλους του αυτοκράτορα και του πατριάρχη σε δογματικά ζητήματα. Τα Βασιλικά αποτελούν τη σημαντικότερη κωδικοποίηση της νομοθεσίας μετά τον Ιουστινιανό. Διέσωσαν και κωδικοποίησαν κυρίως τις Νεαρές, ενώ επίσης μετέγραψαν στην ελληνική γλώσσα τον Κώδικα και τον Πανδέκτη του Ιουστινιανού. Αν και δεν τέθηκαν ποτέ σε ισχύ στο Βυζάντιο, ωστόσο υιοθετήθηκαν από αρκετές σλαβικές χώρες. Το Επαρχικό Βιβλίο περιλάμβανε τις περισσότερες από τις Νεαρές που θέσπισε ο Λέων Στ’. Το νομοθετικό έργο του Λέοντα ήταν σημαντικό διότι επιμελήθηκε ο ίδιος την αναδιοργάνωση του δικαίου. Κατήργησε πολλούς νόμους που δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της εποχής, διατήρησε άλλους και, τέλος, έδωσε την ισχύ νόμου σε αρκετές διατάξεις του εθιμικού δικαίου. Τα επόμενα χρόνια η νομική σκέψη, η νομοθεσία και η απονομή γνώρισαν την ίδια παρακμή που εμφανίστηκε σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής και της καθημερινής ζωής στο Βυζάντιο. Η αδιαφορία που έδειξαν οι αυτοκράτορες οφειλόταν στις εσωτερικές έριδες για το θρόνο, στη λατινοκρατία, και, κυρίως, στην προσπάθεια επιβίωσης του κράτους από την επεκτατική πολιτική των Οθωμανών Τούρκων. Παρ’ όλ’ αυτά, υπήρξαν κάποια αξιόλογα επιστημονικά έργα, όπως ο Τιπούκειτος, ένα εξαντλητικό ευρετήριο των Βασιλικών, έργο του δικαστή Πατζή, και η Νόμων Παρεκβολή εκ των Βασιλικών μετά Εξηγήσεων και Σχολίων, ακόμα ανέκδοτη, η Μικρά Σύνοψις, συλλογή νόμων που εκδόθηκε στα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Γ’ Βατάτζη, και το Ηυξημένον Πρόχειρον, εγχειρίδιο νόμων που εκδόθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα. Πάντως, το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού συνέχισε να ισχύει μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα, οπότε, με αφορμή μια διένεξη μεταξύ του πατριάρχη Μιχαήλ Γ’ Αγχίαλου και του αυτοκράτορα Μανουήλ Α’ Κομνηνού, έπαψε να ισχύει η Νεαρά 123 του Ιουστινιανού. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την οριστική κατάργηση του δικαίου του Ιουστινιανού και την αντικατάστασή του από τα Βασιλικά. Τα Βασιλικά συνέχισαν να ισχύουν μέχρι το 1453. Επειδή όμως, λόγω της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης και των οικονομικών δυσκολιών, δεν ήταν εύκολο να υπάρχουν αντίγραφά τους σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, δημιουργήθηκε με τα χρόνια ανάγκη για την εκ νέου κωδικοποίηση της νομοθεσίας. Το έργο ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ο οποίος τελικά συνέταξε στα 1344-45 το έργο Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος. Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της Εξαβίβλου ήταν η θεματική της οργάνωση, κάτι που πρώτη φορά συνέβαινε στα νομικά συγγράμματα και διευκόλυνε πολύ τη μελέτη και τη χρήση τους. Η Εξάβιβλος μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, τη βάση απονομής δικαίου στις χριστιανικές κοινότητες επί τουρκοκρατίας, και της αστικής νομοθεσίας του ελληνικού κράτους μέχρι τη θέσπιση του αστικού κώδικα το 1946. Μια από τις ιδιαιτερότητες στο Βυζάντιο ήταν το γεγονός ότι νομοθετική εξουσία ασκούσε, εκτός από την πολιτική εξουσία, και η Εκκλησία, με την έκδοση των κανόνων της. Το αποτέλεσμα ήταν πολλές φορές να εκδίδουν νόμους για το ίδιο θέμα ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης, και μάλιστα με διαφορετικό περιεχόμενο. Οι διαφωνίες προκαλούσαν κάποιες φορές προστριβές, αλλά το φαινόμενο δεν ήταν συχνό, καθώς συνήθως επιδείκνυαν ανοχή ο ένας απέναντι στον άλλο. Στη μείωση της έντασης συντελούσαν και μια κατηγορία συγγραμμάτων που παρέθεταν δίπλα δίπλα τους νόμους του κράτους και της Εκκλησίας ωθώντας έμμεσα στη σύγκρισή τους. Αυτά τα συγγράμματα ονομάζονταν νομοκανόνες και ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα. Με την πάροδο των αιώνων και την αύξηση της επιρροής της εκκλησιαστικής εξουσίας στην πολιτική, τα όρια μεταξύ των νόμων και των κανόνων άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Οι νομοκανόνες κωδικοποιούνταν κατά καιρούς και κυκλοφορούσαν σε συλλογές. Συνολικά κυκλοφόρησαν εννέα συλλογές νομοκανόνων, με την πρώτη να τοποθετείται στα χρόνια του Ιουστινιανού και την τελευταία στα μέσα του 12ου αιώνα. Οι νομικές σπουδές Κέντρο των νομικών σπουδών του Βυζαντίου τους πρώτους αιώνες ήταν η Βηρυτός, όπου λειτουργούσε νομική σχολή ήδη από τα χρόνια του Θεοδοσίου Β’ και η οποία συγκέντρωνε τους περισσότερους νομομαθείς Το επίπεδο της κατάρτισης των νομομαθών πρέπει να ήταν πολύ υψηλό, αλλιώς δεν θα ήταν εφικτό να φέρουν σε πέρας την κωδικοποίηση των νόμων κατ’ εντολή του Ιουστινιανού, και μάλιστα σε τόσο σύντομο διάστημα. Το 535 ιδρύθηκε νομική σχολή και στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, το επονομαζόμενο Πανδιδακτήριο. Οι φοιτητές των σχολών διδάσκονταν το σύνολο των νόμων, το μεγαλύτερο μέρος από το δάσκαλό τους, ενώ μελετούσαν μόνοι τους το υπόλοιπο. Η νομική σχολή της Κωνσταντινούπολης έκλεισε το 565, ταυτόχρονα σχεδόν με το θάνατο του Ιουστινιανού, ενώ η σχολή της Βηρυτού είχε διακόψει τη λειτουργία της ήδη από το 551. Την εκπαίδευση των φοιτητών ανέλαβαν στο εξής οι δικηγόροι. Το αποτέλεσμα ήταν να υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο των νομικών σπουδών. Μάλιστα στα χρόνια της βασιλείας του Φωκά διακόπηκε πλήρως η συγγραφή νομικών συγγραμμάτων, γεγονός που αποδόθηκε στην παρακμή των νομικών σπουδών. Δεν είναι σίγουρο αν μετά τον αυτοκράτορα Ηράκλειο άρχισε να λειτουργεί και πάλι στην Κωνσταντινούπολη το Πανδιδακτήριο. Ωστόσο το εύρος και η διάρκεια της νομοθετικής παραγωγής στη διάρκεια της μακεδονικής δυναστείας μάς ωθεί στο συμπέρασμα ότι οι νομικές σπουδές την ίδια εποχή βρίσκονταν σε υψηλό επίπεδο. Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι μετά από το 1045 αναδιοργανώθηκε το Πανδιδακτήριο και ιδρύθηκε νέα νομική σχολή, με επιβλέποντα καθηγητή τον Ιωάννη Ξιφιλίνο. Οι καθηγητές ήταν ελληνομαθείς και λατινομαθείς και δίδασκαν στους φοιτητές νομικά και ηθική. Το Πανδιδακτήριο συνέχισε να υφίσταται μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Απονομή δικαίου Ενώ για το νομοθετικό έργο των Βυζαντινών διαθέτουμε πολλές πληροφορίες, για την απονομή της δικαιοσύνης οι πληροφορίες είναι πολύ λιγότερες, ειδικά για τους πρώτες αιώνες του Βυζαντίου. Την απονομή της δικαιοσύνης έκαναν δικαστές, με έδρα στις σημαντικότερες περιοχές της αυτοκρατορίας. Σε γενικές γραμμές η απονομή της γινόταν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, αν και κατά καιρούς διατυπώνονταν παράπονα για μεγάλες καθυστερήσεις, αδικίες και διασταλτικές ερμηνείες των νόμων. Ανώτατος δικαστής ήταν ο αυτοκράτορας, του οποίου οι αποφάσεις του ήταν τελεσίδικες και ανέγκλητες. Όμως το πρόβλημα της απονομής δικαιοσύνης εντοπιζόταν από όλους τους αυτοκράτορες στα τακτικά δικαστήρια. Οι αναβολές στην εκδίκαση των υποθέσεων και η κακή απονομή δικαίου τους αιώνες 11ο-12ο οδήγησαν τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α’ Κομνηνό να πάρει μέτρα για την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, θεσπίζοντας μάλιστα και τέσσερα καινούρια δικαστήρια. Νέο, «ανώτατο» δικαστήριο θέσπισε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος (1328-41) με σκοπό να εξυγιάνει το δικαστικό σώμα. Το νέο δικαστήριο αποτελούσαν τέσσερα άτομα, «καθολικοί κριταί των Ρωμαίων». Όμως σε σύντομο χρονικό διάστημα οι «καθολικοί κριταί» άρχισαν να λειτουργούν ως μονομελή δικαστήρια, και μάλιστα, λόγω των προβλημάτων στις συγκοινωνίες, εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικές πόλεις και αυξήθηκε και ο αριθμός τους. Η απονομή του δικαίου στις τάξεις της Εκκλησίας γινόταν από εκκλησιαστικά επισκοπικά δικαστήρια, καθώς η Νεαρά 123 του Ιουστινιανού απαγόρευε στα πολιτικά δικαστήρια κάθε ανάμειξη σε θέματα πνευματικά και εκκλησιαστικής πειθαρχίας. Την ευθύνη των επισκοπικών δικαστηρίων επέκτεινε η Νεαρά 25 του Ηρακλείου, η οποία μάλιστα απαγόρευσε την άσκηση έφεσης στα πολιτικά δικαστήρια. Αποφάσεις επόμενων αυτοκρατόρων επικύρωναν ή επέκτειναν την αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, με αποκορύφωση τη δημιουργία ανώτατου δικαστηρίου που αποτελούνταν από μέλη της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το «ανώτατο» αυτό εκκλησιαστικό δικαστήριο, που λειτουργούσε ήδη από τις αρχές του 14ου αιώνα, είχε την αρμοδιότητα να δικάζει και υποθέσεις λαϊκών. Οι αυτοκράτορες δεν ενοχλήθηκαν από τη λειτουργία του, ούτε από την προσφυγή σε αυτό λαϊκών για τους οποίους ήταν υπεύθυνα τα πολιτικά δικαστήρια. Μάλλον έβλεπαν με καλό μάτι την προσφυγή του απλού κόσμου σε αυτό το δικαστήριο, αλλά και σε εκκλησιαστικά δικαστήρια χαμηλότερων βαθμίδων, διότι με αυτό τον τρόπο υπήρχε αποσυμφόρηση στα πολιτικά δικαστήρια. Επιπροσθέτως, η απονομή της δικαιοσύνης στα εκκλησιαστικά δικαστήρια γινόταν με τρόπο παρόμοιο με τα πολιτικά. Ο Άρειος Πάγος στην Αθήνα. Ηλιαία. Κατάλογος κληρωτών δικαστών σε μαρμάρινη πλάκα που βρέθηκε στην Αθήνα. Τμήμα του παλαιότερου (6ος αιώνας μ.Χ.) σωζόμενου αντιγράφου του «Πανδέκτη» του Ιουστινιανού (Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη, Φλωρεντία).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.